Kατεβάστε το πλήρες κείμενο της εισήγησης από εδώ.


ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ Δ.Σ.Α.

Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Βόννης – Γενικός Γραμματέας του Ινστιτούτου Ευρωπαϊκού και Διεθνούς Ποινικού Δικαίου – Δικηγόρος παρ΄Αρείω Πάγω – Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών

Προς
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών
Αθήνα, την 4/10/2021

Κύριε Πρόεδρε,
Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Έχει εισαχθεί σε δημόσια διαβούλευση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης μια σειρά τροποποιήσεων σε επιμέρους διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Εξ αυτών έχουν επιλεγεί συγκεκριμένες τροποποιήσεις προς συζήτηση και σχολιασμό, οι οποίες παρατίθενται στις κατωτέρω θεματικές ενότητες:

1) ΑΠΡΟΣΦΟΡΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑ

Μετά το άρθρο 42 του ΠΚ προστίθεται άρθρο 43 (Απρόσφορη Απόπειρα), το οποίο έχει ως εξής : «Απρόσφορη απόπειρα Άρθρο 43 1. Όποιος επιχείρησε να εκτελέσει έγκλημα με μέσο ή κατά αντικειμένου τέτοιας φύσης ώστε να αποβαίνει απολύτως αδύνατη η τέλεση του εγκλήματος αυτού τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 83 μειωμένη στο μισό. 2. Όποιος επιχείρησε τέτοια απρόσφορη απόπειρα από ευήθεια παραμένει ατιμώρητος».

Σχόλιο: Υπενθυμίζουμε ότι η διάταξη αυτή είχε καταργηθεί με το Ν. 4619/2019 και ο νομοθέτης κρίνει, ορθώς, ότι πρέπει να επανέλθει, λαμβάνοντας υπόψιν την αντιφατικότητα σε ορισμένες περιπτώσεις με τη διάταξη του άρ. 44 παρ. 2 ΠΚ. Ειδικά η διάταξη του άρ. 44 παρ. 2 ΠΚ δεν αντιμετωπίζεται καθόλου στο σχέδιο που έχει εισαχθεί σε δημόσια διαβούλευση, ενώ περιλαμβάνει το ίδιο αντιφατικές διατάξεις, όπως η δυνατότητα ατιμωρησίας της πεπερασμένης απόπειρας αφενός και η υποχρεωτική τιμώρηση της αποτυχημένης με μειωμένη ποινή αφετέρου.
Έχουν υποστηριχθεί απόψεις υπέρ και κατά του αξιοποίνου της απρόσφορης απόπειρας, ιδίως δε οι πολέμιοι της απρόσφορης απόπειρας εστιάζουν στον ιδιαίτερα φρονηματικό χαρακτήρα της συμπεριφοράς που τυποποιείται ως έγκλημα στη διάταξη αυτή.

Πλην όμως, δεν είναι μόνον τα φρονηματικού χαρακτήρα στοιχεία που θα πρέπει να μας απασχολήσουν από την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, αλλά η αναγκαιότητά της για άλλους λόγους συστηματικής ένταξης αυτής εν σχέσει προς την εφαρμογή της διάταξης της άμυνας ή/και της κατάστασης ανάγκης. Στη διάταξη για την άμυνα ο πράττων πρέπει να ενεργεί «προς υπεράσπιση του εαυτού του ή άλλου» (άρθρ. 22 ΠΚ), και στην κατάσταση ανάγκης (άρθρ. 25 ΠΚ) «προς αποτροπή παρόντος και αναπότρεπτου με άλλα μέσα κινδύνου».

Στην απρόσφορη απόπειρα τυποποιείται έγκλημα με μέσο ή κατά αντικειμένου τέτοιας φύσης ώστε να αποβαίνει απολύτως αδύνατη η τέλεση του εγκλήματος αυτού, με αποτέλεσμα να είναι αναγκαία η ρητή πρόβλεψή του, για την αντιμετώπιση των περιπτώσεων της άμυνας ή της κατάστασης ανάγκης.

Επί παραδείγματι, αν ο δράστης στρέψει το όπλο του κατά του θύματος και πιέσει τη σκανδάλη, ξεχνώντας, λόγω της ταραχής του, να το γεμίσει με φυσίγγια, η πράξη δεν θα έπρεπε να είναι ποινικώς αδιάφορη, καθώς η περίπτωση αυτή δεν καλύπτεται από το άρ. 44 παρ. 3 ΠΚ. Ομοίως αν ο έμπορος ναρκωτικών νομίζει ότι εισάγει στη χώρα ένα κιλό ηρωίνης, ενώ ο προμηθευτής του τον έχει εξαπατήσει και του έδωσε ταλκ, μένει ατιμώρητος.

Στο επιχείρημα περί του φρονηματικού χαρακτήρα της τιμώρησης της απρόσφορης απόπειρας αντιτάσσεται το επιχείρημα ότι η επιλογή να μην τιμωρείται η απρόσφορη απόπειρα αντανακλά προφανή ιδεολογική τοποθέτηση σε αντίθεση με τις σύγχρονες νομοθετικές και νομολογιακές αντιλήψεις. Δεν μπορεί δηλαδή ο νομοθέτης να αφήσει ατιμώρητο το δράστη της μεταφοράς ναρκωτικών επειδή «στάθηκε άτυχος» και τέλεσε το έγκλημα με μέσο τέτοιας φύσης ώστε να αποβαίνει απολύτως αδύνατη η τέλεση του εγκλήματος. Συμπερασματικά η επαναφορά της διάταξης του άρ. 43 ΠΚ περί τιμώρησης της απρόσφορης απόπειρας κρίνεται απολύτως επιβεβλημένη.

2) Στο άρθρο 47 εδ β ΠΚ παραμένει ακατανόητος ο περιορισμός της άμεσης συνέργειας με τη φράση «θέτοντας το αντικείμενο στη διάθεση του αυτουργού», στοιχείο που δεν έχει απασχολήσει το νομοθέτη στις προτεινόμενες τροποποιήσεις.

3) ΠΑΡΟΧΗ ΚΟΙΝΩΦΕΛΟΥΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Στο άρθρο 81 Π.Κ. εισάγονται οι επιμέρους προϋποθέσεις επιμέτρησης της ποινής κατά την παροχή κοινωφελούς εργασίας και η τροποποίηση αφορά στην περίπτωση που ο καταδικασθείς δεν εκτελέσει με συνέπεια την κοινωφελή εργασία, δίνοντάς του μια ευκαιρία έγγραφης προειδοποίησης εκείνου που καταδικάσθηκε από τον εισαγγελέα εκτέλεσης της ποινής, ενώ παρέχεται η δυνατότητα παράτασης «εκτέλεσης της εργασίας» ή την εκτέλεση της χρηματικής ποινής. Δικαιοπολιτικά ο όρος εκτέλεση εργασίας δεν ανταποκρίνεται στους σκοπούς της αντεγκληματικής πολιτικής, καθώς η κοινωφελής εργασία δεν εκτελείται αλλά παρέχεται ως εναλλακτική της στερητικής της ελευθερίας ποινής, γι΄αυτό και προτείνεται η αντικατάσταση των όρων «εκτέλεσης της εργασίας» από την «παροχή της εργασίας».
Κατά το προτεινόμενο σχέδιο, οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 81 του ΠΚ αντικαθίσταται ως εξής: «4. Στην απόφαση καθορίζεται και η χρηματική ποινή που θα πρέπει να αποτίσει ο καταδικασθείς, αν δεν εκτελέσει με συνέπεια την κοινωφελή εργασία. Τέσσερις ώρες κοινωφελούς εργασίας αντιστοιχούν προς μια ημερήσια μονάδα χρηματικής ποινής. 5. Αν η εργασία παρέχεται από εκείνον που καταδικάστηκε ελλιπώς ή πλημμελώς με δική του υπαιτιότητα, ο εισαγγελέας εκτέλεσης της ποινής, αφού λάβει υπόψη τη συχνότητα και σοβαρότητα της παραβίασης των υποχρεώσεων από τον καταδικασθέντα, καθώς και τον βαθμό της υπαιτιότητάς του μπορεί να προβεί σε έγγραφη προειδοποίηση εκείνου που καταδικάστηκε ή να εισαγάγει την υπόθεση στο δικαστήριο εκτέλεσης της ποινής. Υπό τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου, και λαμβάνοντας υπόψη το τμήμα της ποινής που εκτίθηκε, το Δικαστήριο εκτέλεσης της ποινής μπορεί: α) να παρατείνει την προθεσμία για την εκτέλεση (παροχή) της εργασίας μέχρι ένα επιπλέον έτος, β) να επιτρέψει την εκτέλεση της χρηματικής ποινής που είχε καθοριστεί σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, αφού αφαιρέσει το ποσό που αναλογεί στην ήδη εκτιθείσα ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, καθορίζοντας για κάθε δύο ώρες εργασίας μία ημερήσια μονάδα χρηματικής ποινής. Ο καταδικασθείς κλητεύεται υποχρεωτικά στη συνεδρίαση τουλάχιστον δέκα ημέρες πριν και μπορεί να παραστεί αυτοπροσώπως ή με συνήγορο».

Με τις εισαγόμενες τροποποιήσεις, η παρ. 1 του άρθρου 104Α του ΠΚ αντικαθίσταται ως εξής :

«1. Όταν επιβάλλεται φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 99, η ποινή μετατρέπεται σε παροχή κοινωφελούς εργασίας (άρθρο 81), εκτός αν το δικαστήριο κρίνει, με ειδική αιτιολογία, ότι αυτή δεν είναι αρκετή για να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση άλλων εγκλημάτων. Κάθε ημέρα φυλάκισης δεν μπορεί να αντιστοιχεί σε περισσότερες από δύο ώρες κοινωφελούς εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, η διάρκεια της κοινωφελούς εργασίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες ώρες, ούτε να έχει διάρκεια μεγαλύτερη των τριών ετών».

Η παρ. 1 του άρθρου 104 Β του ΠΚ αντικαθίσταται ως εξής :

«1. Το δικαστήριο μπορεί να μην επιβάλει ποινή στον υπαίτιο πλημμελήματος αν: α) η βλάβη ή ο κίνδυνος που προκλήθηκαν από την πράξη του ήταν ιδιαιτέρως μικρής βαρύτητας, β) ο υπαίτιος έχει αποκαταστήσει στο μέτρο του δυνατού την προσβολή που έχει προκαλέσει στον παθόντα, δείχνοντας ειλικρινή μετάνοια, γ) ο υπαίτιος έχει πληγεί ιδιαίτερα σοβαρά από το αποτέλεσμα της πράξης του, ή δ) έχει περάσει ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση του εγκλήματος. Για να κρίνει το δικαστήριο αν δεν θα επιβάλλει ποινή ελέγχει αν αυτή, εξαιτίας μίας των ανωτέρω περιστάσεων, δεν εμφανίζεται πλέον αναγκαία ή εμφανίζεται δυσανάλογα επαχθής.».

Οι παρ. 1 και 4 του άρθρου 99 του ΠΚ όπως αντικαθίστανται, εισάγουν με τη νέα διατύπωσή τους και πάλι τη δυνατότητα παροχής κοινωφελούς εργασίας κατά το άρ. 104 Α ΠΚ, και διατυπώνονται ως εξής :

«1. Αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για εγκλήματα δόλου σε στερητική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από 3 έτη με μία ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές τους δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη. Αν το δικαστήριο κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, εφαρμόζει το άρθρο 104Α ΠΚ, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, οπότε διατάσσει την εκτέλεση μέρους ή ολόκληρης της ποινής. Το δικαστήριο μπορεί με ειδική αιτιολογία να χορηγήσει την αναστολή και εφόσον οι προηγούμενες καταδίκες δεν υπερβαίνουν συνολικά τα πέντε έτη φυλάκισης, εκτός αν συντρέχει η εξαίρεση της απόλυτης αναγκαιότητας εκτέλεσης της ποινής. Ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής, και αρχίζει από τότε που η απόφαση η οποία την χορηγεί καθίσταται εκτελεστή. …. 4. Αν ο καταδικασθείς παραβιάζει τους όρους που του έχουν επιβληθεί, ο εισαγγελέας εκτέλεσης της ποινής, αφού λάβει υπόψη τη συχνότητα και σοβαρότητα της παραβίασης των υποχρεώσεων από τον καταδικασθέντα, καθώς και τον βαθμό της υπαιτιότητάς του μπορεί να προβεί κατά την κρίση του σε έγγραφη προειδοποίηση εκείνου που καταδικάστηκε ή να εισαγάγει την υπόθεση στο δικαστήριο εκτέλεσης της ποινής. Το τελευταίο, με βάση τα πιο πάνω κριτήρια, μπορεί: α) να τροποποιήσει τους επιβληθέντες ή να επιβάλει επιπρόσθετους όρους, β) να διατάξει την μετατροπή της ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας κατά το άρθρο 104Α ΠΚ, γ) να διατάξει την έκτιση μέρους της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 100 ΠΚ ή την έκτιση ολόκληρης της ποινής. Ο καταδικασθείς κλητεύεται υποχρεωτικά στη συνεδρίαση τουλάχιστον δέκα ημέρες πριν και μπορεί να παραστεί αυτοπροσώπως ή με συνήγορο».

Περαιτέρω, ρυθμίζεται η περίπτωση κατά την οποία η κοινωφελής εργασία παρέχεται από εκείνον που καταδικάστηκε ελλιπώς ή πλημμελώς με δική του υπαιτιότητα, όπου ο εισαγγελέας εκτέλεσης της ποινής λαμβάνει υπόψη τη συχνότητα και σοβαρότητα της παραβίασης των υποχρεώσεων από τον καταδικασθέντα, καθώς και τον βαθμό της υπαιτιότητάς του και ορίζει τους όρους που επιβάλλει στον καταδικασθέντα που παραβιάζει τη διάταξη παροχής κοινωφελούς εργασίας. Έτσι η παρ. 4 του άρθρου 105Α του ΠΚ αντικαθίσταται ως εξής :

«4. Η παρ. 3 του άρθρου 81 ισχύει και στην περίπτωση αυτή. Αν η εργασία παρέχεται από εκείνον που καταδικάστηκε ελλιπώς ή πλημμελώς με δική του υπαιτιότητα, ο εισαγγελέας εκτέλεσης της ποινής, αφού λάβει υπόψη τη συχνότητα και σοβαρότητα της παραβίασης των υποχρεώσεων από τον καταδικασθέντα, καθώς και τον βαθμό της υπαιτιότητάς του μπορεί να προβεί σε έγγραφη προειδοποίηση εκείνου που καταδικάστηκε ή να εισαγάγει την υπόθεση στο δικαστήριο εκτέλεσης της ποινής. Υπό τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου, και λαμβάνοντας υπόψη το τμήμα της ποινής που εκτίθηκε, το δικαστήριο εκτέλεσης της ποινής μπορεί να διατάξει την έκτιση της φυλάκισης που επιβλήθηκε αφού αφαιρέσει την εκτιθείσα ποινή και τον χρόνο παροχής κοινωφελούς εργασίας υπολογίζοντας αυτόν σύμφωνα με την παρ. 2.».

Σχόλιο του γράφοντος:

ΠΑΡΟΧΗ ΚΟΙΝΩΦΕΛΟΥΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΩΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΣΤΕΡΗΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΠΟΙΝΗ

Διαφαίνεται πλέον, προφανώς καθυστερημένα, η πρόθεση του νομοθέτη να καταργήσει το άρ. 98 ν. 4623/2019 και να επανέλθει σε εφαρμογή ο θεσμός της κοινωφελούς εργασίας, ως εναλλακτικής της ποινής φυλάκισης, με σκοπό την αναβάθμιση του σωφρονιστικού συστήματος και της δικαιοσύνης. Συγχρόνως δεν έχει ανακοινωθεί η αναγκαμεταρρύθμιση ως προς την οργάνωση των υποστηρικτικών δομών της Διοίκησης, οι οποίες κάνουν πράξη αυτήν τη νομοθετική πρωτοβουλία.

Η πρότασή μας συνίσταται στα εξής ενεργήματα:
(α) Η κοινωφελής εργασία θα πρέπει άμεσα να μετουσιωθεί σε διοικητική πρακτική προεχόντως με τα μέσα της ψηφιακής διακυβέρνησης.
(β) Ο έχων έννομο συμφέρον για την άσκηση αιτήσεως παροχής κοινωφελούς εργασίας, αντί στερητικής της ελευθερίας ποινής, πρέπει να εισάγει υποχρεωτικώς διά νομίμως διορισθέντος συνηγόρου το αίτημά του σε ψηφιακή πλατφόρμα της κυβέρνησης, στην οποία θα πρέπει να καταχωρούνται οι ανάγκες των οργανισμών του ευρύτερου δημόσιου τομέα σε εργασία, έτσι ώστε από τη διασταύρωση των στοιχείων προσφοράς και ζήτησης, να αποδίδεται με την καλύτερη δυνατή ακρίβεια η εκπλήρωση των αναγκών.
(γ) Μετά τον ψηφιακό συσχετισμό της κοινωφελούς εργασίας θα πρέπει να εκδίδεται το ψηφιακό πιστοποιητικό δυνατότητας κάλυψης κοινωφελούς εργασίας από τον αιτούντα, ως δημόσιο έγγραφο, το οποίο θα φέρει το Μοναδικό Αριθμό Καταχώρισης (Μ.ΑΡ.Κ.) με το όνομα του συνηγόρου και θα προσκομίζεται, από τον ίδιο συνήγορο, είτε στο δικαστήριο, που θα εκδικάσει την ποινική υπόθεση είτε στον εισαγγελέα που θα καλείται να κρίνει αίτημα ποινικής συνδιαλλαγής ή ποινικής διαπραγμάτευσης εκ μέρους του κατηγορουμένου.

Με τον τρόπο αυτόν δίδεται η ασφαλής δυνατότητα εναλλακτικής ποινής στον κατηγορούμενο, η ευχέρεια αποδοχής της από τον εισαγγελέα ή το δικαστήριο, ενώ τέλος επιτυγχάνεται ταχέως η πολυπόθητη αποσυμφόρηση των φυλακών και η εκπλήρωση των σκοπών της σωφρονιστικής επιστήμης με την σταδιακή κοινωνική επανένταξη μέσα από τον χαρακτήρα της κοινωφελούς εργασίας.

Για την επίτευξη του Ψηφιακού Πιστοποιητικού Κοινωφελούς Εργασίας (Ψ.Π.Κ.Ε.) είναι αναγκαία η ψηφιακή διασύνεδση και διαλειτουργικότητα συναρμόδιων υπουργείων, όπως του υπ. Δικαιοσύνης για το συντονισμό της αντεγκληματικής πολιτικής, του υπ. Εσωτερικών για τη συμμετοχή του ευρύτερου δημόσιου τομέα στη διάθεση θέσεων απασχόλησης, του υπ. Ψηφιακής Διακυβέρνησης για τη δημιουργία της ψηφιακής πλατφόρμας, του υπ. Εργασίας για τη σύνταξη κανονισμού εργασίας κοινωφελώς εργαζομένων και του υπ. Οικονομικών για εξεύρεση πόρων στήριξης του θεσμού.

Έτσι θα επιτευχθούν οι στόχοι για τον σωφρονισμό δραστών μικρής ή μεγάλης παραβατικότητας, με την ασφάλεια να μη γεννηθούν μεγαλύτερες μελλοντικές παραβατικές συμπεριφορές, την αποσυμφόρηση των καταστημάτων κράτησης και την εύρυθμη λειτουργία τους, την κάλυψη των αναγκών δημόσιων φορέων και τη βελτίωση των συνθηκών ζωής.

Ιστορικά είναι αναγκαία η αναφορά ότι ο θεσμός της μετατροπής της ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας εισήχθη για πρώτη φορά στη χώρα μας με το άρθρο 2 του ν. 1941/1991 ως εναλλακτικός τρόπος έκτισης της στερητικής ελευθερίας ποινής. Η συνταγματικότητα του θεσμού προϋποθέτει την ύπαρξη σχετικού αιτήματος του καταδικασθέντος για τη μετατροπή ποινής στερητικής της ελευθερίας σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, καθώς το Σύνταγμα απαγορεύει απόλυτα την αναγκαστική εργασία (άρθρο 22 παρ. 4α).

Το δικαίωμα στην εργασία είναι συνυφασμένο άρρηκτα με το δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ατόμου. Έτσι το άτομο είναι ελεύθερο να αποφασίσει εάν θα παράσχει εργασία ή όχι και να επιλέξει το είδος της εργασίας που θα διεκδικήσει.

Μέσα από το Ψ.Π.Κ.Ε., είναι δυνατή η καταχώριση επιλογών και ειδικοτήτων απασχόλησης του αιτούντα, ώστε να συσχετισθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο με τις ανάγκες του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Ένας καταδικασθείς που έχει ειδικότητα υγειονομικής φύσεως θα (πρέπει να) μπορεί να δηλώσει στην ψηφιακή πλατφόρμα την ειδικότητά του, ώστε να συσχετισθεί διαλειτουργικώς με τις αντίστοιχες ανάγκες του Υπουργείου Υγείας, και να αποδοθεί σε αυτόν η κοινωφελής εργασία που αντιστοιχεί στην ειδικότητά του.

Υπό το πρίσμα αυτό, το άτομο είναι απολύτως ελεύθερο να αποφασίσει αν θα εργαστεί ή όχι καθώς επίσης και να επιλέξει ποια συγκεκριμένη θέση εργασίας θα διεκδικήσει, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που τάσσει το Σύνταγμα, ώστε να μπορεί να θεωρείται πλέον ότι είναι απολύτως συνταγματική η θέσπιση του θεσμού, αιρομένων των σχετικών επιφυλάξεων.

Η δυνατότητα ελεύθερης επιλογής ειδικότητας απασχόλησης στην παροχή κοινωφελούς εργασίας οδηγεί σε εξισορρόπηση των συνεπειών της υποχρεωτικής παροχής κοινωφελούς εργασίας. Αντί να θεωρείται ότι ο καταδικασθείς προκειμένου να αποφύγει το εγκλεισμό σε κατάστημα κράτησης αναγκάζεται να παρέχει την εργασία του αμισθί σε όποιον φορέα την δέχεται, αντιθέτως εκτιμάται ότι με την ελεύθερη επιλογή συγκεκριμένου είδους εργασίας, αντί της ποινής, αναπτύσσει την προσωπικότητά του και διατηρεί την ειδικότητά του κατά την ενάσκηση της εργασίας του.

Η κοινωφελής εργασία που παρέχει το Ψ.Π.Κ.Ε. αποκαθιστά πλήρως τη διαρραγείσα σχέση μεταξύ του δράστη και της κοινότητας. Για εγκληματοπολιτικούς λόγους είναι αναγκαία η αντικατάσταση του όρου «δράστης» με αυτόν του «κοινωφελώς εργαζομένου». Ο κοινωφελώς εργαζόμενος δίνει μια εναλλακτική ποινή «εντός της κοινότητας» και έρχεται να αποκαταστήσει τη διατάραξη που προκάλεσε στη σχέση του με την κοινωνία ή ακόμα και με τον φορέα του εννόμου αγαθού το οποίο εβλάβη ή τέθηκε σε διακινδύνευση, κάτι που είναι αδύνατον να συμβεί σήμερα με την έκτιση ποινής εντός ενός καταστήματος κράτησης.

Το κατάστημα κράτησης δεν αποδίδει αναγκαίως στην κοινωνία πρόσωπα εντός κοινότητας, αλλά ενδέχεται να προετοιμάζει πρόσωπα αποδέσμια κοινότητας και απομονωμένα από τον κοινωνικό ιστό. Κατά τον Beccaria (Dei Delitti e delle poene, 1764), ο νομοθέτης μπορεί να επιβάλλει ποινή, τότε μόνον, όταν είναι κοινωνικώς αναγκαία, για την κοινή ευημερία και την ελευθερία όλων.

Στον προισχύσαντα ποινικό κώδικα, σε περίπτωση που δεν συνέτρεχαν οι όροι χορήγησης αναστολής, η στερητική της ελευθερίας ποινής μετατρεπόταν αρχικά σε χρηματική και, εφόσον, ο καταδικασθείς βρισκόταν σε αδυναμία καταβολής του ποσού, τότε μόνο η στερητική της ελευθερίας ποινή εξετίετο εναλλακτικά με τη μορφή της παροχής κοινωφελούς εργασίας.

Οι διαστάσεις του θεσμού της παροχής κοινωφελούς εργασίας ενσωματώθηκαν με το νέο ποινικό κώδικα, που όρισε ως κύρια ποινή την κοινωφελή εργασία μαζί με τις ποινές στερητικές της ελευθερίας και την χρηματική ποινή. Σύμφωνα με το άρ. 50 του Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019), κύριες ποινές είναι α) οι στερητικές της ελευθερίας, β) η χρηματική ποινή και γ) η προσφορά κοινωφελούς εργασίας. Σύμφωνα με το άρ. 104 Α Π.Κ., όταν επιβάλλεται φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής (άρ. 99 και 100 Π.Κ.), η ποινή μετατρέπεται σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, εκτός εάν το δικαστήριο κρίνει, με ειδική αιτιολογία, ότι αυτή δεν είναι αρκετή για να αποτρέψει το δράστη από την τέλεση άλλων εγκλημάτων. Κάθε ημέρα φυλάκισης δεν μπορεί να αντιστοιχεί σε περισσότερες από τρεις ώρες κοινωφελούς εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, η διάρκεια της κοινωφελούς εργασίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ώρες, ούτε να έχει διάρκεια μεγαλύτερη των τριών ετών. Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρ. 104 Α Π.Κ., η μετατροπή δεν είναι εφικτή αν ο καταδικασθείς δεν συναινεί ή δεν είναι παρών. Αν ο καταδικασθείς δεν ήταν παρών, μπορεί να ζητήσει τη μετατροπή της ποινής του σε παροχή αυτοτελούς εργασίας με αυτοτελή αίτησή του. Αν επήλθε ουσιώδης αλλαγή των όρων παροχής κοινωφελούς εργασίας, ο καταδικασθείς μπορεί να ζητήσει νέο υπολογισμό της παρεχόμενης κοινωφελούς εργασίας με αυτοτελή αίτησή του.

Κατά την επιμέτρηση της ποινής παροχής κοινωφελούς εργασίας λαμβάνονται υπόψη και η ηλικία, η κατάσταση της υγείας και οι οικογενειακές υποχρεώσεις του αιτούντος, ενώ στην απόφαση ορίζεται η μέγιστη διάρκεια παροχής της κοινωφελούς εργασίας. Η κοινωφελής εργασία πραγματοποιείται προς όφελος του κοινού σε δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή μη κερδοσκοπικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

Εάν η εργασία παρέχεται από εκείνον που καταδικάσθηκε ελλιπώς ή πλημμελώς με δική του υπαιτιότητα, ο εισαγγελέας έκτισης της ποινής, αφού λάβει υπόψη τη συχνότητα και σοβαρότητα της παραβίασης των υποχρεώσεων από τον καταδικασθέντα, το βαθμό της υπαιτιότητάς του και το τμήμα της ποινής που εκτίθηκε, μπορεί να προβεί σε προειδοποίησή του, να παρατείνει την προθεσμία εκτέλεσης εργασίας μέχρι ένα επιπλέον έτος, να επιτρέψει την εκτέλεση της χρηματικής ποινής που είχε καθορισθεί, να διατάσσει την έκτιση της φυλάκισης μερικώς ή ολικώς (άρ. 81 Π.Κ.)

Σε αδικήματα ήσσονος βαρύτητας η παροχή κοινωφελούς εργασίας αποτελεί τη μοναδική απειλούμενη ποινή, όπως η εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη, η σωματική βλάβη από αμέλεια, η αυτοδικία, η προσβολή γενετήσιας ευπρέπειας, η προσβολή μνήμης νεκρού, η προσβολή συμβόλων άλλου κράτους, η αντιποίηση δημόσιας υπηρεσίας, η πρόκληση και προσφορά στην τέλεση πλημμελήματος, η διασπορά ψευδών ειδήσεων από αμέλεια, η πλαστογραφία πιστοποιητικών, η παρακώλυση συγκοινωνιών από αμέλεια, η παρακώλυση τηλεπικοινωνιών από αμέλεια, η χωρίς δικαίωμα αντιγραφή ή χρήση προγραμμάτων υπολογιστών, η κλοπή και η υπεξαίρεση μικρής αξίας.

Δυστυχώς όμως, οι εξαιρετικά καινοτόμες μεταρρυθμίσεις του νομοθέτη δεν εφαρμόσθηκαν στην πράξη, διότι ανεστάλησαν με τη ρύθμιση του άρθρου 98 του ν. 4623/2019, με την οποία ορίσθηκε ότι: «1. Αναστέλλεται η ισχύς των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, ο οποίος κυρώθηκε με τον ν. 4619/11.6.2019 (Α΄ 95), κατά το μέρος που προβλέπουν την παροχή κοινωφελούς εργασίας είτε ως κύρια ποινή είτε ως μετατροπή στερητικής της ελευθερίας ποινής ή χρηματικής ποινής. 2. Πλημμελήματα, που προβλέπονται σε διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, ο οποίος κυρώθηκε με τον ν. 4619/11.6.2019 (Α΄ 95), και απειλούνται με μοναδική ποινή την παροχή κοινωφελούς εργασίας, τιμωρούνται με χρηματική ποινή.» Δεν χωρεί αμφιβολία, ότι η ρύθμιση αυτή αποφασίσθηκε λόγω της αδυναμίας της Διοίκησης να εφαρμόσει διοικητικά το μέτρο παροχής κοινωφελούς εργασίας. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι δεν αποτελεί οπισθοδρόμηση του ποινικοδογματικού συστήματος. Δεν μπορεί να ασκείται η αντεγκληματική πολιτική με ρυθμίσεις «πήγαινε – έλα», διότι έτσι θα αντιδρά αντίστοιχα και η κατανόηση της κοινότητας. «Πήγαινε – έλα» ο νομοθέτης, «πήγαινε – έλα» κι η κοινωνία. Κι η τελευταία ανυπαιτίως. Τριάντα χρόνια μετά την εφαρμογή του θεσμού της παροχής κοινωφελούς εργασίας ως εναλλακτικής ποινής, δεν έχει καταφέρει η Ελλάδα να αποκρυσταλλώσει μια σαφή αντίληψη αντεκληματικής πολιτικής, ενώ είναι η πρώτη φορά από το 1991 που τέθηκε σε αναστολή ο συγκεκριμένος θεσμός χωρίς διαφαινόμενη προοπτική επαναφοράς του, πλην κάποιων σοβαρών δηλώσεων για το μέλλον.

© 2017 - 2021 ΕΡΓΑΤΙΚΟΙ | ALL RIGHTS RESERVED.